ΑΡΤΑ

Η Άρτα περιήλθε στήν εξουσία του Αλή Πασά Τεπελενλή το έτος 1788 και τερματίσθηκε με τον αποκεφαλισμό του το 1822. Η Επανάσταση του 1821 έχει να επιδείξει πολλές ιστορικές μάχες στήν περιοχή της Αρτας και στά γύρω χωριά. Στις 15-17 Νοεμβρίου 1821 έγινε η ομώνυμη Μάχη της Άρτας. Μετά τις νικηφόρες μάχες του Σουλιώτη Γώγου Μπακόλα στη Λαγκάδα, στο Πέτα, στην Πλάκα, στα Άγναντα και στο Σταυρό Θεοδώριανων, επιτίθεται και κλείνει τις πύλες επικοινωνίας στό όρος Μακρυνόρος, μεταξύ Αμφιλοχίας και Αρτας. 

Ετσι, όπως γράφει ένας ιστορικός «εφρουρήθη η Ρούμελη και δεν εκατόρθωσεν να ενισχύσουν τις δυνάμεις της Πελοποννήσου». Οι Οθωμανοί πανικοβάλλονται, γιατί εγκλωβίστηκαν πλέον στην Άρτα. Κλεισμένοι στην Άρτα οι Οθωμανοί ξεσπούν σε αντίποινα στον άμαχο πληθυσμό και σε αιχμαλώτους κρατούμενους στό κάστρο της πόλης. Γράφει ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, Αρτινός αγωνιστής του 1821. «Και μόριχναν εμένα ξύλο! Και από τα χτυπήματα επρίστηκε το σώμα μου και εκαντήλιασε και ήμουν εις θάνατον… ενώ η πόλις της Άρτας επλημμύρει αίματος και μαρτυρίων». Άλλος αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει: «Αι εκτελέσεις ελάμβανον χώραν εις την πλατείαν, την καλουμένην Μονοπωλειό…

 Η πέτρινη γέφυρα της Αρτας ήτο στολισμένη με ανθρωπίνους κεφαλάς και άπειρα κορμιά έκειντο άνευ κεφαλής επί της γεφύρας…». Μέσα στο κλίμα αυτό, γίνεται σύσκεψη στό Κομπότι και αποφασίζεται η επίθεση στην Άρτα. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γώγος Μπακόλας και αρκετοί συνεργαζόμενοι Μουσουλμάνοι Αρβανίτες αγωνιστές, επιτίθενται στην Άρτα από το πρωί της 15ης Νοεμβρίου 1821 σαν καταιγίδα. Γράφει ο Γάλλος Πουκεβίλ: «Οι στρατιώται του Χριστού και του Μωάμεθ επολέμουν υπό τας αυτάς σημαίας. Οι άνδρες του Καραϊσκάκη και του Μπότσαρη κατέλαβον το γεφύρι, επήραν τα κανόνια των Τούρκων και πάτησαν πρώτοι εις την πόλιν».

 Η Άρτα κατελήφθη από τους Ελληνες και Αρβανίτες αγωνιστές στις 17 Νοεμβρίου 1821. Στις 2 Δεκεμβρίου 1821 έγινε εγκατάλλειψη της Αρτας. Παράλληλα με την κατάληψη των τριών τετάρτων της Άρτας από δυνάμεις Ελλήνων Σουλιωτών, Ακαρνάνων και Αλβανών πιστών στον Αλή Πασά, υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, και Μάρκο Μπότσαρη, άλλοι πολεμιστές συνέχιζαν την πολιορκία της πόλης και άλλοι αγωνίζονταν στο Πετροβούνι (=το βουνό της Αρτας). Αυτοί όλοι ενθαρρύνθηκαν τα μέγιστα από την πορεία των εξελίξεων. Όμως οι Αρβανίτες σύμμαχοι στην Άρτα, δεν τήρησαν τη συμφωνία συνεργασίας, είχαν τάσεις προσχώρησης στις σουλτανικές δυνάμεις του Κιουταχή και του Χουρσίτ, πιθανώς είτε γιατί φοβήθηκαν τις ερχόμενες επικουρίες των Τούρκων, είτε γιατί δωροδοκήθηκαν. Ετσι, σε λίγες μέρες ο λαός της Άρτας και το στρατόπεδο των Ελλήνων πολεμιστών κινδύνευσε να εγκλωβισθεί από την ερχόμενη νέα Οθωμανική δύναμη με επικεφαλής τον Κιουταχή Πασά. Η εξυπνάδα όμως του Γεώργιου Καραϊσκάκη τους έσωσε έγκαιρα, και διέφυγαν όλοι, αγωνιστές και 500 οικογένειες Αρτινών, στο Πετροβούνι και από εκεί πρός το Πέτα, το Κομπότι και στα ορεινά των Τζουμέρκων. Η πόλη άδειασε και ο Καραϊσκάκης απεχώρησε τελευταίος με τη σάλπιγγα στό χέρι τα χαράματα της 2ας Δεκεμβρίου 1821. Ετσι ο Καραϊσκάκης διατήρησε ακέραιες τις δυνάμεις του τις οποίες χρησιμοποίησε σύντομα στα όρη του Βάλτου (Πύργος της Σουμερού, Μεσόπυργος, Μάχη του Γαύρογου) τον Φεβρουάριο 1822.